Το κοάλα (Φασκόλαρκτος ο στακτόχρους - Phascolarctos cinereus) είναι μαρσιποφόρο φυτοφάγο ζώο που ζει στην Αυστραλία, μόνος εκπρόσωπος της οικογένειας φασκολαρκτίδες.
Το κοάλα απαντάται σε ολόκληρη την ανατολική ακτή της Αυστραλίας, από την Αδελαΐδα μέχρι το νότιο τμήμα της χερσονήσου Κέιπ Γιορκ, και στην ενδοχώρα σε βάθος που εξαρτάται από την παρουσία βροχών που μπορούν να συντηρήσουν δάση ευκαλύπτου, τα φύλλα του οποίου αποτελούν και την αποκλειστική τροφή του. Τα κοάλα της νότιας Αυστραλίας εξοντώθηκαν σε μεγάλη κλίμακα στις αρχές του 20ου αιώνα, αλλά ο πληθυσμός του είδους ανανεώθηκε σε κάποιο βαθμό. Σήμερα τα κοάλα είναι σχεδόν απειλούμενο είδος.
Ονομασία
Η λέξη κοάλα προέρχεται από τη λέξη γκούλα της διαλέκτου Νταρούκ. Άλλη ονομασία που δόθηκε στο ζώο από τους πρώτους Ευρωπαίους αποίκους, ήταν «η ντόπια αρκούδα». Καμιά φορά καλείται και σήμερα «αρκούδα κοάλα» παρότι δεν έχει σχέση με το είδος των αρκτιδών, που είναι ζώα πλακουντοφόρα. Η επιστημονική ονομασία του κοάλα προέρχεται από την ελληνική λέξη «φάσκολος» που σημαίνει «σάκος, μάρσιπος», και από την λέξη «άρκτος» που σημαίνει «αρκούδα». Το επίθετο "cinereus" προέρχεται από τη λατινική και σημαίνει «στακτόχρους».
Χαρακτηριστικά
Το κοάλα μοιάζει πολύ στην εμφάνιση με τον φασκωλόμυ (γουόμπατ), που είναι ο πιο κοντινός του συγγενής, αλλά έχει παχύτερο κι απαλότερο τρίχωμα, πολύ μεγαλύτερα αυτιά, και μακρύτερα άκρα, τα οποία έχουν πέντε δάχτυλα το καθένα με μεγάλα, κοφτερά νύχια για να το βοηθούν στο σκαρφάλωμα. Το χρώμα του ποικίλλει από ασημένιο σε καφέ. Είναι εύκολα αναγνωρίσιμο από το δυνατό, κοντό σώμα και το μεγάλο κεφάλι του με στρογγυλά, τριχωτά αυτιά και τη μεγάλη, σε σχήμα κουταλιού, μύτη του. Το βάρος ποικίλλει: ένα μεγάλο νότιο αρσενικό μπορεί να ζυγίζει 14 κιλά, ενώ ένα μικρό βόρειο θηλυκό μπορεί να ζυγίζει 5 κιλά. Το ύψος τους διαφέρει ανά περιοχή. Στις νότιες περιοχές είναι ψηλότερα και είναι κατά μέσο όρο 78 εκατοστά για τα αρσενικά και 72 εκατοστά για τα θηλυκά.
πηγη βικιπαιδεια
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου